Δραματικό ρεκόρ δεκαετίας για τη χρήση κοκαΐνης στη χώρα μας καταγράφεται το τελευταίο διάστημα στην ανάλυση των λυμάτων, τα οποία καθημερινά επεξεργάζεται στα εργαστήρια της Πανεπιστημιούπολης μια ομάδα ερευνητών από το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών με επικεφαλής τον καθηγητή Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ Νίκο Θωμαΐδη.

Τα αποτελέσματα, σύμφωνα με τις αναλύσεις, προκαλούν πονοκέφαλο στις αρμόδιες αρχές, καθώς, όπως εξηγεί ο επικεφαλής της ερευνητικής ομάδας, οι δόσεις ανά 1.000 κατοίκους του Λεκανοπεδίου Αττικής έχουν διπλασιαστεί από τον Μάρτιο μέχρι σήμερα. Eτσι, εκεί που η μέτρηση το διάστημα από τον Μάρτιο του 2019 έως τον αντίστοιχο μήνα του 2020 έδειχνε ότι γίνονταν δύο δόσεις ανά 1.000 κατοίκους ημερησίως, ο αριθμός τους αυξήθηκε στις τέσσερις δόσεις.

«Υπάρχει μια μεγάλη αυξητική τάση στη χρήση κοκαΐνης, η οποία ξεπερνάει το ποσοστό του 60% σε σχέση με το 2019, με αποτέλεσμα να προκαλεί ανησυχία και να χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Στο εργαστήριο έχουμε καταφέρει, μέσα από ειδικές μετρήσεις, να υπολογίζουμε από τη συγκέντρωση ενός μεταβολίτη τις δόσεις της κοκαΐνης που καταναλώθηκαν μέσα σε ένα συγκεκριμένο διάστημα, θεωρώντας ως βάση ότι η μέση δόση κοκαΐνης είναι τα 100 mg. Οπότε, κάνοντας υπολογισμό σε σχέση και με τα προηγούμενα αποτελέσματα, βλέπουμε ότι αυτή τη στιγμή στο Λεκανοπέδιο της Αττικής γίνονται τέσσερις δόσεις ανά 1.000 άτομα την ημέρα. Με τη βοήθεια αυτή μπορούμε υποθετικά να υπολογίσουμε τους χρήστες ανά εβδομάδα ή μήνα. Με άλλα λόγια, για να έχουμε σήμερα ένα τέτοιο αποτέλεσμα σημαίνει είτε ότι αυξήθηκαν οι χρήστες, είτε η χρήση της ναρκωτικής ουσίας από τον ίδιο αριθμό χρηστών».

Σύμφωνα με τις μετρήσεις, οι οποίες για να είναι ακριβείς και όχι υποθετικές υπολογίζονται πάντα σε σχέση με προηγούμενες, μέχρι τον Μάρτιο του 2020 καταγράφονταν ανά 1.000 κατοίκους δύο δόσεις, ενώ την τελευταία δεκαετία ήταν μία. Το φαινόμενο δεν απασχολεί μόνο τη χώρα, αλλά και όλη την ευρωπαϊκή κοινότητα, με αποτέλεσμα σε αρκετές χώρες η κατάσταση να έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο.

«Είναι ξεκάθαρο ότι αυτή τη στιγμή μιλάμε για ρεκόρ δεκαετίας στη χρήση κοκαΐνης. Ολα αυτά συσχετίζονται βέβαια και με τις επιτυχίες της Αστυνομίας και τις κατασχέσεις της συγκεκριμένης ναρκωτικής ουσίας που γίνονται το τελευταίο διάστημα. Το ότι υπάρχει μια κινητοποίηση σχετικά με την αύξηση χρήσης της κοκαΐνης το έχουν διαπιστώσει και οι διωκτικές αρχές. Το ίδιο φαινόμενο έχει παρατηρηθεί και στην Ευρώπη, με τα ποσοστά χρήσης της να έχουν αυξηθεί, που σημαίνει πως κάτι γίνεται».

Ενα από τα ερωτήματα που, σύμφωνα με τον καθηγητή Αναλυτικής Χημείας του ΕΚΠΑ, πρέπει άμεσα να απαντηθούν, έχει να κάνει με το κατά πόσο τα περιοριστικά μέτρα που εφαρμόστηκαν τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο κύμα της πανδημίας στη χώρα μας αύξησαν τη χρήση της κοκαΐνης ή αν βρίσκεται κάτι άλλο πίσω από τη δραματική αυτή διαπίστωση.

«Στο πρώτο κύμα της πανδημίας δεν ήταν αυτά τα ποσοστά. Στο δεύτερο άλλαξαν. Αυτό συνέβη γιατί το διάστημα από τον Μάρτιο του 2019 έως τον Μάρτιο του 2020 είχαμε παρατηρήσει ότι υπήρχε μια αύξηση της τάξης του 60% στη χρήση. Στην πορεία, όμως, διαπιστώσαμε ότι η αύξηση αυτή σε συνδυασμό με τη μετέπειτα αυξητική πορεία που αγγίζει ένα επιπλέον 20% άρχισε να μας προβληματίζει έντονα και να μας δημιουργεί απορίες. Ετσι αποφασίσαμε πως δεν ήταν απαραίτητο η αύξηση στη χρήση της κοκαΐνης να συνδέεται αποκλειστικά και μόνο με την καραντίνα, που σημαίνει πως κάτι άλλο πρέπει να συμβαίνει. Ισως να υπάρχει μια μεγαλύτερη διακίνηση της ναρκωτικής ουσίας, κάτι που θα πρέπει να προβληματίσει τις Αρχές. Ο,τι βλέπουμε στα λύματα είναι σε πραγματικό χρόνο, γι’ αυτό και ήρθε η ώρα να υπάρξει μια σύνδεση μεταξύ μας με το υπουργείο Υγείας και το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη».

Εκτός, όμως, από την εν λόγω ναρκωτική ουσία, η ερευνητική ομάδα από το Εργαστήριο Αναλυτικής Χημείας του Πανεπιστημίου Αθηνών έχει βρει στα λύματα και άλλες χημικές ουσίες.

«Στην ανάλυση των λυμάτων τόσο από το πρώτο όσο και από το δεύτερο πανδημικό κύμα έχει παρατηρηθεί επίσης αύξηση της αμφεταμίνης και της μεθαμφεταμίνης, ουσίες που ανήκουν σε μια ομάδα διεγερτικών, τα οποία διαχρονικά αυξάνονται από το 2010 και μετά. Επίσης έχουμε ποσοστά και για τη χρήση αντικαταθλιπτικών και αγχολυτικών, που ευτυχώς μέχρι ώρας δεν έχουν καμία σχέση με τη σοκαριστική διαπίστωση που είχαμε κάνει την περίοδο της οικονομικής κρίσης στη χώρα, όπου από το 2012 έως το 2014 είχε καταγραφεί μια αύξηση 1.000%».

Το έργο της ομάδας με επικεφαλής τον δόκτορα Θωμαΐδη φέτος συμπληρώνει μια δεκαετία στον χώρο.

«Γίνεται μια ολοκληρωμένη δουλειά, τα δεδομένα της οποίας, εκτός από το εθνικό κέντρο τεκμηρίωσης και πληροφόρησης, στέλνονται και στο επίσημο ευρωπαϊκό κέντρο που επίσης ασχολείται με την εξέλιξη των ναρκωτικών ουσιών. Ετσι μας δίνεται η δυνατότητα να βλέπουμε την οποιαδήποτε τάση σε ευρωπαϊκό επίπεδο ώστε να έχουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα για το τι γίνεται και εκτός συνόρων. Είναι μια διαδικασία σε κανονιστική φάση και όχι ερευνητική. Οπως μετράμε τον κορωνοϊό στο πεδίο, έτσι ελέγχουμε και την κατανάλωση των ναρκωτικών σε διάφορες πόλεις. Αυτό το κάνουμε χρόνια τώρα».