Στη δραµατική έλλειψη προσωπικού αποδίδεται, κατά γενική οµολογία, η χαοτική εικόνα που παρουσιάζουν τις τελευταίες εβδοµάδες αρκετά αεροδρόµια στη Βρετανία και την ηπειρωτική Ευρώπη. Πτήσεις ακυρώνονται κατά εκατοντάδες, αστυνοµικοί αναλαµβάνουν να ανακοινώσουν ότι ταξίδια και διακοπές µαταιώνονται, χιλιάδες επιβάτες υποχρεώνονται σε πολύωρες αναµονές πριν καταλήξουν, συνήθως εκτός εαυτού λόγω αγανάκτησης, να διεκδικούν επαναπρογραµµατισµό του ταξιδιού τους το ταχύτερο δυνατόν ή/και αποζηµίωση για τη δοκιµασία που υφίστανται.

Ενδεικτικά, µόνο σε µία ηµέρα, την Τρίτη 7 Ιουνίου, η British Airways ακύρωσε 120 πτήσεις από και προς το αεροδρόµιο Χίθροου του Λονδίνου και η easyJet άλλες εξήντα. Ολες αυτές ήρθαν να προστεθούν σε περίπου 300 πτήσεις οι οποίες µαταιώθηκαν στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου και ενώ οι επιβάτες βρίσκονταν ήδη στο αεροδρόµιο, όρθιοι επί ώρες στις σειρές αναµονής για τον καθιερωµένο έλεγχο. Παρόµοια φαινόµενα παρατηρήθηκαν στην Ολλανδία, στο Βέλγιο, στη Γαλλία αλλά και την Ιταλία, λόγω των απεργιών οι οποίες κηρύσσονται από τους -επίσης αγανακτισµένους- εργαζοµένους του κλάδου.

Οι αεροπορικές εταιρείες αλλά και γενικότερα οι επιχειρήσεις οι οποίες παρέχουν υπηρεσίες αεροδροµίου έχουν περιέλθει σε απόγνωση: αφενός αδυνατούν να εξυπηρετήσουν ένα ογκώδες κύµα ταξιδιωτικής κίνησης, καθώς ο τουρισµός σε παγκόσµια κλίµακα ανακάµπτει µε ένα απότοµο ανοδικό άλµα ύστερα από την καθολική άρση των περιοριστικών µέτρων εξαιτίας της COVID-19. Αφετέρου, όµως, στη διάρκεια της υγειονοµικής κρίσης οι επιχειρήσεις που εµπλέκονται στον τοµέα της πολιτικής αεροπορίας είχαν προβεί σε µεγάλης κλίµακας περικοπές προκειµένου να επιβιώσουν, καταφεύγοντας στη µαζική αποµάκρυνση εργαζοµένων, τους οποίους τώρα αναζητούν και καλούν πίσω εναγωνίως, δηλώνοντας διατεθειµένες να προβούν σε αθρόες προσλήψεις. Ιδιαίτερα στη Βρετανία, οι εργαζόµενοι απειλούν να ακινητοποιήσουν τα αεροδρόµια της χώρας αν δεν ικανοποιηθεί το αίτηµά τους για επαναφορά των αµοιβών τους στο προπανδηµικό επίπεδο, µε την κατάργηση της µείωσης αποδοχών κατά 10%, η οποία είχε επιβληθεί οριζοντίως στην αρχή της κρίσης.

Σε ό,τι αφορά τα ελληνικά αεροδρόµια και την Aegean, η οποία εφάρµοσε µια πολύ πιο µετριοπαθή πολιτική περικοπών ανθρώπινου δυναµικού σε σύγκριση µε τις περισσότερες εταιρείες του εξωτερικού, προς το παρόν το πρόβληµα δεν έχει εκδηλωθεί σε ανησυχητική κλίµακα. Ωστόσο, η γενικότερη πρόγνωση για το άµεσο µέλλον, όπως εκφράζεται από ειδικούς στον τοµέα των αεροµεταφορών, είναι εξαιρετικά δυσοίωνη.

∆ιότι εκτιµάται ότι οι αεροπορικές εταιρείες και τα αεροδρόµια δεν θα έχουν προλάβει να εντάξουν στη δύναµή τους όσους υπαλλήλους χρειάζονται και θα παραµείνουν σε αδυναµία αποτελεσµατικής διαχείρισης των τουριστικών ροών, που δεν έχουν φτάσει καν στην κορύφωσή τους. Πιο απλά, αν προκλήθηκε ασφυξία στα βρετανικά και κεντροευρωπαϊκά αεροδρόµια στο τέλος Μαΐου – αρχές Ιουνίου, κανείς δεν τολµά να φανταστεί την κατάσταση που θα επικρατήσει κατά τη high season, τον ερχόµενο Αύγουστο. Ως εκ τούτου, το ταξιδιωτικό χάος, όπως προβλέπει ο οίκος αξιολόγησης Moody’s, δεν θα αποκατασταθεί πριν από το καλοκαίρι του 2023.

Ως προς το πραγµατικό µέγεθος της µείωσης προσωπικού στον αεροπορικό τοµέα, σύµφωνα µε µετρήσεις της εταιρείας Oxford Economics, οι εργαζόµενοι µειώθηκαν κατά 2,3 εκατοµµύρια παγκοσµίως, µε προγράµµατα εθελούσιας αποχώρησης, µη ανανέωση συµβάσεων ορισµένου χρόνου ή και απευθείας απολύσεις. Σηµαντικό είναι, δε, το γεγονός ότι το 1,7 εκατοµµύριο των χαµένων θέσεων εργασίας αντιστοιχούν στις υπηρεσίες εδάφους.

Οι αριθµοί προκαλούν δέος και αποτυπώνουν ουσιαστικά τον ακρωτηριασµό ενός ολόκληρου κλάδου, προσφέροντας παράλληλα µια πρώτη εξήγηση για την τρέχουσα αδυναµία του να ανταποκριθεί σε µια πρώτης τάξεως ευκαιρία αναπλήρωσης των απωλειών που καταγράφηκαν την προηγούµενη διετία. Αντί για την ανάκτηση του χαµένου εδάφους, οι αεροµεταφορές παρουσιάζουν µια τραγελαφική εικόνα. Τα διεθνή ΜΜΕ αναπαράγουν πρωτόγνωρες εικόνες πλήρους αποδιοργάνωσης, µε πιλότους και αεροσυνοδούς να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους άρον-άρον ώστε να βοηθήσουν στη φορτοεκφόρτωση των αποσκευών, ιµάντες ξέχειλους µε άτακτους σωρούς από βαλίτσες να γυρίζουν επί µαταίω ενώ σκαρφαλωµένοι εργάτες πασχίζουν να επιβάλουν στοιχειώδη τάξη κ.λπ.

Στην Ιρλανδία εξετάστηκε ακόµη και το ενδεχόµενο έκτακτης και κατεπείγουσας παρέµβασης του Στρατού, προκειµένου να διευκολυνθεί κάπως η ροή των επιβατών στο αεροδρόµιο του ∆ουβλίνου. Περίπου 1.000 επιβάτες έµειναν καθηλωµένοι στο έδαφος και έχασαν την πτήση τους εξαιτίας της τροµακτικής καθυστέρησης έως ότου φτάσουν στην πύλη εξόδου, καθώς ένα από τα µεγαλύτερα προβλήµατα εντοπίζεται στο στάδιο των ελέγχων ασφαλείας πριν από την επιβίβαση στα αεροσκάφη. Η υποστελέχωση στον συγκεκριµένο τοµέα έχει ως αποτέλεσµα τη δηµιουργία ατελείωτων ουρών µε χιλιάδες άτοµα και, φυσικά, πολύ µεγάλων καθυστερήσεων.

Στα µέσα κοινωνικής δικτύωσης οι παθόντες επιβάτες µοιράζονται τις επώδυνες περιπέτειές τους, προειδοποιώντας άλλους να προσέρχονται στο αεροδρόµιο 4 και 5 ώρες προ της καθορισµένης ώρας αναχώρησης, ώστε να έχουν αυξηµένες πιθανότητες να προλάβουν την πτήση τους. Και πάλι, όµως, κανείς δεν µπορεί να εγγυηθεί ότι θα καταφέρουν να περάσουν τον έλεγχο εγκαίρως, ούτε καν ότι το δροµολόγιο δεν θα ακυρωθεί την τελευταία στιγµή. Το θέαµα επιβατών σε ψυχική κατάρρευση να κλαίνε οµαδικώς για τον εφιάλτη που ζουν αντί για το όνειρο των πολυπόθητων διακοπών και της απελευθέρωσης από τα δεσµά της πανδηµίας, δεν είναι πια καθόλου σπάνιο στα ευρωπαϊκά αεροδρόµια.

Οι αριθµοί δείχνουν ότι το κρίσιµο τµήµα του γενικότερου προβλήµατος σχετίζεται µε το προσωπικό εδάφους και κατ’ ανάγκην στις πολυεθνικές εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται στον συγκεκριµένο τοµέα. Μία από αυτές είναι η Swissport, µε παρουσία σε 285 αερολιµένες ανά τον πλανήτη και µε εργατικό δυναµικό που προ COVID, αριθµούσε 65.000 άτοµα. Με το σαρωτικό κύµα περικοπών το προσωπικό της ελαττώθηκε κατά 20.000 εργαζoµένους. Η αγγελία της για άµεσες προσλήψεις στην παρούσα φάση (σε Ευρώπη αλλά και ΗΠΑ) αφορά 30.000 θέσεις εργασίας, οι οποίες, όµως, δεν προβλέπεται να καλυφθούν γρήγορα ή εύκολα, έστω και εάν αυτό ακούγεται αντιφατικό για τα δεδοµένα της αγοράς εργασίας στη µεταπανδηµική περίοδο. Το λογικό θα ήταν να υπάρξει υπερπροσφορά πρόθυµων εργατικών χεριών, όπως όµως εξήγησε το ανώτατο στέλεχος της ∆ιεθνούς Ενωσης Αεροµεταφορών (IATA) Νικ Καρίν στους «Financial Times», «οι ελλείψεις που παρατηρούνται στον κλάδο µας σήµερα είναι σύµπτωµα µιας βαθύτερης και µακράς παθογένειας, καθώς δεν έχουµε κατορθώσει να δηµιουργήσουµε µια σταθερή δεξαµενή υπαλλήλων µε επαρκείς δυνατότητες, ιδιαίτερα στο κοµµάτι των υπηρεσιών εδάφους».

Το θεµελιώδες πρόβληµα συνίσταται στη φύση των απαιτούµενων εργασιών, η πλειονότητα των οποίων είναι χειρωνακτικές, συχνά λαµβάνουν χώρα υπό κακές καιρικές συνθήκες, ενώ εξυπακούεται ότι η αδιάκοπη λειτουργία των αεροδροµίων συνεπάγεται βάρδιες σε «αντικοινωνικά» ωράρια, γιορτές, αργίες κ.ο.κ. ∆εδοµένου όµως ότι το 75% του λειτουργικού κόστους για τις εταιρείες του χώρου, όπως η Swissport και στα καθ’ ηµάς η Goldair Handling, αντιστοιχεί στη µισθοδοσία, τα πρώτα θύµατα, αυτοί που πάντα υφίστανται τις αρνητικές συνέπειες της εκάστοτε κρίσης, είναι µοιραία οι εργαζόµενοι. Ταυτόχρονα, η διαρκής προσπάθεια περιορισµού των λειτουργικών εξόδων καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την αναβάθµιση των αµοιβών. Γι’ αυτό άλλωστε δεν υπάρχουν άτοµα τα οποία σπεύδουν κατά χιλιάδες να εκδηλώσουν ενδιαφέρον προκειµένου να ενταχθούν στο προσωπικό εδάφους, αντιµετωπίζοντας τη συγκεκριµένη επιλογή ως µία από τις τελευταίες λύσεις – και όχι σε µια µακρόπνοη προοπτική.

Ειδικά, δε, στην περίπτωση της Βρετανίας, ένα επιπλέον κώλυµα για την προσέλκυση εργαζοµένων και τη συµπλήρωση κενών θέσεων στις υπηρεσίες εδάφους είναι το Brexit. Οι διαδικασίες χορήγησης άδειας ασκήσεως επαγγέλµατος στη Βρετανία σε οικονοµικούς µετανάστες έχουν µετατραπεί πια σε µια περίπλοκη και χρονοβόρο υπόθεση. Εξ ου και δεν είναι συµπτωµατικό ότι οι εκπρόσωποι των αεροπορικών εταιρειών προσπαθούν να ασκήσουν πίεση στις αρµόδιες αρχές του βρετανικού κράτους ώστε να υπάρξει µια κάποια χαλάρωση των αυστηρών προϋποθέσεων για την αποδοχή αλλοδαπών εργατών στο Ηνωµένο Βασίλειο.